Απόφαση του ΔΕΕ (C-67/24) διευκρινίζει τη διεθνή δικαιοδοσία για διατροφή όταν ο δικαιούχος διαμένει σε τρίτο κράτος. Δείτε τι προβλέπει ο Κανονισμός 4/2009.

Διεθνής δικαιοδοσία σε θέματα υποχρέωσης διατροφής: Aπόφαση στην υπόθεση C‑67/2 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Στις 27 Μαρτίου 2025, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) εξέδωσε απόφαση στην υπόθεση C‑67/24 (Amozov). Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά στην ερμηνεία της αιτιολογικής σκέψεως 15, καθώς και των άρθρων 3 και 6 έως 8 του Κανονισμού(ΕΚ) 4/2009 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής.

Ιστορικό της υπόθεσης

Ο R. K., Βούλγαρος υπήκοος, είχε συνάψει γάμο με την K. Ch., η οποία έχει την καναδική ιθαγένεια. Απέκτησαν δύο τέκνα, τα οποία έχουν τόσο την καναδική όσο και τη βουλγαρική ιθαγένεια.

Τα εγχώρια δικαστήρια εξέδωσαν απόφαση με την οποία επέβαλαν στον Ενάγοντα υποχρέωση να καταβάλλει σε καθένα εκ των ως άνω δύο τέκνων στην πρώην σύζυγό του διατροφή. Ο Ενάγων άσκησε ενώπιον του πρωτοδικείου της Σόφιας, αγωγή με αίτημα τη μεταρρύθμιση των ως άνω επιδικασθεισών διατροφών, προκειμένου να μειωθεί το ποσό της διατροφής ενός εκ των τέκνων, το οποίο εξακολουθεί να είναι ανήλικο, καθώς και να παύσουν οι υποχρεώσεις διατροφής της πρώην συζύγου και του ετέρου τέκνου, το οποίο έχει ενηλικιωθεί. Κατά την ημερομηνία ασκήσεως της εν λόγω αγωγής, ο ενάγων της κύριας δίκης διέμενε στη Σόφια (Βουλγαρία), ενώ οι εναγόμενοι της κύριας δίκης διέμεναν στον Καναδά.

Το πρωτοδικείο Σόφιας διέταξε επίδοση των σχετικών δικαστικών πράξεων στους εναγομένους της κύριας δίκης, στην ευρισκόμενη στον Καναδά διεύθυνση η οποία αναφερόταν στη δικογραφία. Δεδομένου ότι δεν βρέθηκαν στην εν λόγω διεύθυνση, κλήθηκαν διά της θυροκολλήσεως ειδοποιήσεως στην καταχωρισμένη στη Βουλγαρία διεύθυνσή τους επικοινωνίας, ορίσθηκε δε ειδικός εκπρόσωπός τους.

Με το υπόμνημα αντικρούσεως που υπέβαλε ο ως άνω εκπρόσωπος, υποστηρίχθηκε ότι τα βουλγαρικά δικαστήρια στερούνταν διεθνούς δικαιοδοσίας να επιληφθούν της αγωγής με αίτημα τη μεταρρύθμιση των επίμαχων υποχρεώσεων διατροφής, επειδή οι εναγόμενοι της κύριας δίκης, οι οποίοι είναι δικαιούχοι διατροφής, δεν είχαν τη συνήθη διαμονή τους στη Βουλγαρία.

Το πρωτοδικείο έκρινε ότι πράγματι υπάρχει έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των βουλγαρικών δικαστηρίων, βασιζόμενο ιδίως στην αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού 4/2009, ότι ο συγκεκριμένος κανονισμός αποτελεί νομοθέτημα γενικής ισχύος και ότι, ως εκ τούτου, τυγχάνει εφαρμογής στις σχέσεις με τρίτα κράτη, όπως είναι ο Καναδάς.

Ο Ενάγων προσέβαλε την ως άνω κατάληξη ενώπιον του δικαστηρίου περιφέρειας του Δήμου Σόφιας, Βουλγαρία, το οποίο ακύρωσε  την ως άνω κατάληξη του πρωτοδικείου Σόφιας και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του δεύτερου με σκοπό την επανάληψη της διαδικασίας.

Προδικαστικά ερωτήματα

Το Πρωτοδικείο της Σόφιας (αιτούν δικαστήριο) υπέβαλε στο Δικαστήριο της ΕΕ τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

1) Έχει η αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού [4/2009] την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομολογία κατά την οποία η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων που επιλαμβάνονται αγωγών διατροφής για πρόσωπα που έχουν τη συνήθη διαμονή τους σε τρίτο κράτος (εν προκειμένω στον Καναδά) καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο και όχι από τον [εν λόγω] κανονισμό;

2) Έχουν τα άρθρα 3 και 8 του κανονισμού [4/2009] την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική νομολογία κατά την οποία ο όρος της “αίτησης διατροφής” δεν καταλαμβάνει αγωγή με αίτημα τη μείωση διατροφής και ότι τα άρθρα 3 έως 6 του κανονισμού εφαρμόζονται μόνον σε αγωγές χορηγήσεως διατροφής;

3) Έχει το άρθρο 6 του κανονισμού [4/2009] την έννοια ότι ο όρος “κοινή ιθαγένεια” καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις στις οποίες ένας ή περισσότεροι διάδικοι έχουν διπλή ιθαγένεια ή καταλαμβάνει μόνον τις περιπτώσεις απολύτως ίδιας ιθαγένειας;

4) Έχει το άρθρο 7 του κανονισμού [4/2009] την έννοια ότι δεν επιτρέπει να γίνει δεκτό ότι συντρέχει “εξαιρετική περίπτωση” όταν ο υπόχρεος διατροφής ασκεί αγωγή με αίτημα τη μείωση της διατροφή και ο δικαιούχος διατροφής έχει τη συνήθη διαμονή του σε τρίτο κράτος και δεν έχει άλλο σύνδεσμο με την Ένωση εκτός από την ιθαγένειά του;»

Η Απόφαση

Το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι:

1)Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 4/2009 του Συμβουλίου, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 15 του εν λόγω κανονισμού,έχει την έννοια ότι:

αγωγή με αίτημα τη μεταρρύθμιση αποφάσεως περί υποχρεώσεων διατροφής εκδοθείσας από δικαστήριο τρίτου κράτους που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση της Χάγης του 2007, η οποία αποσκοπεί, εν μέρει, στη μείωση του ύψους διατροφής και, εν μέρει, στην παύση των επίμαχων υποχρεώσεων και η οποία ασκείται ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους από τον υπόχρεο, ο οποίος είναι υπήκοος του συγκεκριμένου κράτους μέλους και έχει τη συνήθη διαμονή εντός του κράτους αυτού, κατά των δικαιούχων των εν λόγω υποχρεώσεων διατροφής οι οποίοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο ως άνω τρίτο κράτος και εκ των οποίων ένας έχει μόνον την ιθαγένεια του συγκεκριμένου τρίτου κράτους, ενώ οι λοιποί έχουν την ιθαγένεια τόσο του τρίτου κράτους όσο και εκείνη του εν λόγω κράτους μέλους, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.

2) Το άρθρο 6 του κανονισμού 4/2009 έχει την έννοια ότι:

Ο κανόνας περί συντρέχουσας διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους μέλους της κοινής ιθαγένειας των διαδίκων τυγχάνει εφαρμογής σε περίπτωση κατά την οποία οι εναγόμενοι έχουν, εκτός της ιθαγένειας του κράτους μέλους του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της υποθέσεως, και την ιθαγένεια τρίτου κράτους.

3) Κατ’ ορθήν ερμηνεία του άρθρου 7 του κανονισμού 4/2009:

εμπίπτει στην έννοια των «εξαιρετικών περιπτώσεων», κατά το εν λόγω άρθρο, οι οποίες παρέχουν στο δικαστήριο κράτους μέλους τη δυνατότητα να επιληφθεί διαφορών βάσει του κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας του forum necessitatis τον οποίο προβλέπει το συγκεκριμένο άρθρο, περίπτωση κατά την οποία αγωγή με αίτημα τη μεταρρύθμιση αποφάσεως περί υποχρεώσεων διατροφής εκδοθείσας από δικαστήριο τρίτου κράτους που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση της Χάγης του 2007, η οποία αποσκοπεί στην παύση των επίμαχων υποχρεώσεων, υποβάλλεται ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους από τον υπόχρεο, ο οποίος είναι υπήκοος του εν λόγω κράτους μέλους και έχει τη συνήθη διαμονή του εντός του κράτους αυτού, κατά του δικαιούχου των υποχρεώσεων διατροφής, ο οποίος είναι υπήκοος του ως άνω τρίτου κράτους και έχει τη συνήθη διαμονή του εντός του τρίτου αυτού κράτους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι ευλόγως δυνατή ή ότι είναι ανέφικτη η άσκηση τέτοιας αγωγής ενώπιον των δικαστηρίων του οικείου τρίτου κράτους και η εκδίκασή της από αυτά.

Για περισσότερες πληροφορίες ή οποιαδήποτε απορία, μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο info@lc-law.com.cy